Η επιμονή σχετίζεται με το ταμπεραμέντο του παιδιού και αφορά την τάση να παραμένει προσηλωμένο σε έναν στόχο παρά τις δυσκολίες. Είναι ένα χαρακτηριστικό που μπορεί να εμφανίζεται από πολύ νωρίς στη ζωή και να έχει πιο έντονη βιολογική βάση. Ένα παιδί μπορεί, για παράδειγμα, να επιμένει ξανά και ξανά να ολοκληρώσει ένα παζλ, ακόμη κι αν εκνευρίζεται.
Η επιμονή συχνά ενθαρρύνεται στα παιδιά με μηνύματα όπως «προσπάθησε ξανά» ή «μην τα παρατάς». Το πείσμα δείχνει έναν δυνατό χαρακτήρα που δεν τα παρατάει εύκολα. Αν και πρόκειται για μια πολύτιμη ιδιότητα, από μόνη της δεν αρκεί. Ένα παιδί που διαθέτει επιμονή αλλά όχι ανθεκτικότητα μπορεί να συνεχίζει να προσπαθεί ενώ ταυτόχρονα νιώθει όλο και πιο απογοητευμένο, αγχωμένο ή εξαντλημένο.
Διαβάστε επίσης: Από μικρά στα…άγχη: Έτσι θα βοηθήσετε το παιδί σας όταν ανησυχεί
Η ανθεκτικότητα δεν είναι έμφυτο γνώρισμα. Είναι μια δεξιότητα που χτίζεται μέσα από τη σχέση, την εμπειρία και τη σταδιακή έκθεση σε διαχειρίσιμες δυσκολίες. Ένα ανθεκτικό παιδί μπορεί να κάνει ένα διάλειμμα, να δοκιμάσει μια διαφορετική στρατηγική ή ακόμη και να αφήσει προσωρινά μια πρόκληση για να επιστρέψει αργότερα με μεγαλύτερη ψυχραιμία. Με αυτόν τον τρόπο, η ανθεκτικότητα υποστηρίζει την επιμονή, αλλά τη συνοδεύει με αυτογνωσία και ευελιξία.
Το πείσμα και η ανθεκτικότητα είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: της επιμονής. Η διαφορά είναι ότι το πεισματάρικο παιδί αναλώνεται στην αντίσταση, ενώ το ανθεκτικό παιδί χρησιμοποιεί την ίδια δύναμη για να προσαρμοστεί και να ξεπεράσει ένα εμπόδιο.
Πώς θα βοηθήσουμε το παιδί να γίνει πιο δυνατό
Η ανθεκτικότητα δεν είναι κάτι που μπορούμε να «δώσουμε» έτοιμο στα παιδιά μας. Δεν μεταδίδεται με συμβουλές ούτε χτίζεται μέσα σε μια απόλυτα προστατευμένη καθημερινότητα. Αναπτύσσεται μέσα από εμπειρίες και κυρίως μέσα από διαχειρίσιμες προκλήσεις.
Ο ρόλος μας ως γονείς δεν είναι να εξαλείψουμε κάθε εμπόδιο από τον δρόμο τους. Είναι να είμαστε εκεί, σταθερά και με ασφάλεια, όταν το παιδί σκοντάφτει. Να αντιστεκόμαστε στην παρόρμηση να το «σώσουμε» από καθετί δύσκολο και, αντί γι’ αυτό, να του μεταφέρουμε ένα βαθύτερο μήνυμα: «Μπορείς να τα βγάλεις πέρα με τα δύσκολα. Και εγώ είμαι εδώ όσο μαθαίνεις.»
Ένας από τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους να ενισχύσουμε την ανθεκτικότητα ενός παιδιού είναι να ακούμε χωρίς να προσφέρουμε αμέσως λύσεις. Μια φράση όπως «Ακούγεται πολύ δύσκολο αυτό που περνάς» ή «Καταλαβαίνω ότι σε στενοχώρησε πολύ» μπορεί να λειτουργήσει πιο βοηθητικά από μια βιαστική συμβουλή.
Η επικύρωση δεν σημαίνει ότι συμφωνούμε με όλα. Σημαίνει ότι αναγνωρίζουμε το βίωμα του παιδιού. Και αυτή η αναγνώριση είναι βασικό συστατικό εμπιστοσύνης.
Παράλληλα, είναι σημαντικό να επιτρέπουμε στα παιδιά να βιώνουν πραγματικές απογοητεύσεις: έναν κακό βαθμό, μια σύγκρουση, μια απόρριψη, μια χαμένη ευκαιρία. Αυτές οι εμπειρίες δεν είναι «αποτυχίες». Είναι κομμάτι της ωρίμανσης.
Στην πράξη, η ψυχική ανθεκτικότητα ενισχύεται όταν ο γονιός:
- Ονοματίζει συναισθήματα αντί να τα υποτιμά ή να τα διορθώνει.
- Αποφεύγει τις έτοιμες λύσεις και ενθαρρύνει τη σκέψη.
- Κανονικοποιεί τα λάθη ως μέρος της μάθησης.
- Δίνει χώρο για φυσικές συνέπειες, όταν δεν υπάρχει κίνδυνος.
- Παραμένει σταθερός και διαθέσιμος, ειδικά όταν το παιδί αποτυγχάνει ή απογοητεύεται.
- Δίνει το παράδειγμα, δείχνοντας πώς διαχειρίζεται τη δική του απογοήτευση, το άγχος ή ένα λάθος.


