
Οι δυσκολίες δεσμού μητέρας-βρέφους, γνωστές διεθνώς ως MIBD (Mother–Infant Bonding Difficulties), περιγράφουν καταστάσεις όπου η μητέρα δυσκολεύεται να νιώσει εγγύτητα, τρυφερότητα ή ασφάλεια στη σχέση με το μωρό της. Μπορεί να εκδηλώνονται ως συναισθηματική απόσταση, έντονο άγχος γύρω από τη φροντίδα ή δυσκολία να ανταποκριθεί στις ανάγκες του βρέφους με σταθερότητα.
Τι μπορούν να κάνουν οι κλινικοί όταν εμφανίζονται τα σημάδια
Όταν επαγγελματίες υγείας παρατηρούν τα παραπάνω σημάδια, είναι σημαντικό να μην περιορίζονται μόνο σε έλεγχο για επιλόχεια κατάθλιψη. Η αξιολόγηση μπορεί να περιλαμβάνει στοχευμένες ερωτήσεις για το πώς νιώθει η μητέρα όταν φροντίζει το μωρό, αν νιώθει εγγύτητα ή αν βιώνει αποφυγή, φόβο ή ένταση στη σωματική επαφή.
Η παρέμβαση στοχεύει στη διασφάλιση της ευημερίας τόσο της μητέρας όσο και του παιδιού. Σε πρακτικό επίπεδο, αυτό μπορεί να σημαίνει ενίσχυση της κοινωνικής υποστήριξης, καθοδήγηση στη φροντίδα ενός ανήσυχου βρέφους και παραπομπή σε κατάλληλες υπηρεσίες ψυχικής υγείας όταν χρειάζεται.
Η έγκαιρη υποστήριξη έχει ιδιαίτερη αξία, επειδή οι πρώτοι μήνες μετά τον τοκετό είναι περίοδος έντονης προσαρμογής. Παράλληλα, η βοήθεια χρειάζεται να είναι μη επικριτική και προσαρμοσμένη στις ανάγκες της οικογένειας, ώστε η μητέρα να νιώσει ασφάλεια να εκφράσει δυσκολίες χωρίς φόβο στιγματισμού.
Γιατί η έγκαιρη αναγνώριση προστατεύει μητέρα και παιδί
Οι δυσκολίες δεσμού μητέρας-βρέφους δεν είναι απλώς μια δύσκολη φάση. Συνδέονται με κινδύνους που αφορούν την ανάπτυξη του παιδιού και τη λειτουργικότητα της οικογένειας, ειδικά όταν παρατείνονται ή όταν συνοδεύονται από χρόνιο στρες.
Το εύρημα ότι πολλές περιπτώσεις εμφανίζονται χωρίς επιλόχεια κατάθλιψη ενισχύει την ανάγκη για ευρύτερο έλεγχο στη μεταγεννητική φροντίδα. Η προσοχή σε συγκεκριμένους προγνωστικούς δείκτες –όπως η δυσκολία χειρισμού ενός ανήσυχου μωρού, η απουσία χαράς κατά την εγκυμοσύνη και η χαμηλή κοινωνική υποστήριξη– μπορεί να βοηθήσει τους κλινικούς να δράσουν έγκαιρα.
Τελικός στόχος είναι ένα υποστηρικτικό περιβάλλον όπου η μητέρα μπορεί να ενδυναμωθεί, να αποκτήσει πρακτικές δεξιότητες, να μειώσει το στρες και να χτίσει μια πιο σταθερή, ασφαλή σχέση με το βρέφος της.


