Skip to content
Διάρκεια άρθρου: 4 Λεπτά

Δημογραφικό: Οι εξαγγελίες Μητσοτάκη στη ΔΕΘ και το μεγάλο κενό ανάμεσα στα κίνητρα και την πραγματικότητα

Το δημογραφικό ήταν ένα από τα ζητήματα στα οποία επιχείρησε να δώσει ιδιαίτερη έμφαση ο Κυριάκος Μητσοτάκης από το βήμα της 90ής Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης. Και όχι άδικα. Η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια βαθιά και μακροχρόνια δημογραφική κρίση, η οποία δεν αφορά μόνο τον αριθμό των γεννήσεων, αλλά τη γήρανση του πληθυσμού, τη φυγή νέων ανθρώπων στο εξωτερικό, το κόστος στέγασης και τη δυσκολία δημιουργίας οικογένειας.

Η κυβέρνηση παρουσίασε μια σειρά παρεμβάσεων που, σε πρώτη ανάγνωση, φαίνονται σημαντικές. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν κάθε μέτρο ξεχωριστά είναι θετικό. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν το συνολικό πακέτο μπορεί πράγματι να αλλάξει την πορεία του δημογραφικού ή αν πρόκειται περισσότερο για μια ακόμη δέσμη οικονομικών ελαφρύνσεων που παρουσιάζεται ως δημογραφική πολιτική.

Οι νέες παροχές για τρίτεκνους και πολύτεκνους

Στον πυρήνα των εξαγγελιών βρίσκεται η φορολογική ελάφρυνση των τρίτεκνων οικογενειών. Από το 2027 μηδενίζεται ο φόρος εισοδήματος για τρίτεκνους με εισόδημα έως 20.000 ευρώ, ενώ σύμφωνα με την κυβέρνηση το μέτρο αφορά περίπου 87.000 φορολογούμενους. Παράλληλα, αυξάνεται κατά 1.000 ευρώ το ειδικό επίδομα για κάθε επιπλέον παιδί που αποκτά μια πολύτεκνη οικογένεια. Έτσι, για το τέταρτο παιδί το επίδομα αυξάνεται από 3.500 σε 4.500 ευρώ, ενώ αντίστοιχη προσαύξηση προβλέπεται για τα επόμενα παιδιά.

Πρόκειται αναμφίβολα για οικονομική ενίσχυση που μπορεί να βοηθήσει οικογένειες οι οποίες ήδη έχουν τρία ή περισσότερα παιδιά. Αλλά εδώ βρίσκεται και η πρώτη μεγάλη αδυναμία της κυβερνητικής προσέγγισης: άλλο η στήριξη της πολύτεκνης οικογένειας και άλλο η δημιουργία των προϋποθέσεων ώστε ένα νέο ζευγάρι να αποφασίσει να αποκτήσει το πρώτο, το δεύτερο ή το τρίτο παιδί.

Η φορολογική ελάφρυνση έρχεται εκ των υστέρων. Δεν απαντά από μόνη της στο ερώτημα που απασχολεί χιλιάδες νέους: «Μπορώ σήμερα να κάνω οικογένεια;».

Ο «Κουμπαράς για τη Νέα Γενιά»

Ιδιαίτερη θέση στις εξαγγελίες κατέλαβε ο λεγόμενος «Κουμπαράς για τη Νέα Γενιά». Πρόκειται για λογαριασμό που θα μπορούν να ανοίγουν οι γονείς κατά τα δύο πρώτα χρόνια από τη γέννηση του παιδιού. Το κράτος θα καταθέτει ποσό αντίστοιχο με αυτό που καταθέτει ο γονέας, μέχρι 1.200 ευρώ ετησίως. Σύμφωνα με το κυβερνητικό παράδειγμα, με αποταμίευση 100 ευρώ τον μήνα από τους γονείς, το κεφάλαιο μπορεί να ξεπεράσει τα 60.000 ευρώ όταν το παιδί γίνει 18 ετών.

Η ιδέα είναι ενδιαφέρουσα ως πολιτική μακροπρόθεσμης αποταμίευσης. Υπάρχει, όμως, ένα προφανές πρόβλημα: δεν αντιμετωπίζει το κόστος του να μεγαλώνει σήμερα ένα παιδί.

Για έναν νέο γονέα το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι τι θα έχει το παιδί στον λογαριασμό του στα 18. Είναι αν σήμερα υπάρχει οικονομική δυνατότητα για ενοίκιο, βρεφονηπιακό σταθμό, παιδίατρο, τρόφιμα, ρούχα, δραστηριότητες και, κυρίως, αν οι δύο γονείς μπορούν να εργάζονται χωρίς η απόκτηση παιδιού να σημαίνει επαγγελματική και οικονομική οπισθοδρόμηση.

Το μεγάλο πρόβλημα που μένει έξω από την εξίσωση

Και εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη κριτική που μπορεί να ασκηθεί στην κυβερνητική πολιτική.

Ο ίδιος ο πρωθυπουργός αναγνωρίζει ότι το δημογραφικό δεν είναι αποκλειστικά οικονομικό ζήτημα. Στη συνέντευξη Τύπου της ΔΕΘ αναφέρθηκε στην ανάγκη για περισσότερους βρεφονηπιακούς σταθμούς, περισσότερα vouchers, ενίσχυση του προγράμματος «Νταντάδες της Γειτονιάς» και πραγματικά ολοήμερα σχολεία. Συνέδεσε, επίσης, άμεσα το δημογραφικό με το στεγαστικό.

Το πρόβλημα είναι ότι αυτά ακριβώς τα ζητήματα είναι που καθορίζουν την καθημερινότητα των νέων οικογενειών.

Η κυβέρνηση ανακοίνωσε το «Σπίτι μου ΙΙΙ», ύψους 2 δισ. ευρώ, με στόχο περίπου 40.000 νέους και νέα ζευγάρια να αποκτήσουν πρώτη κατοικία. Πρόκειται για σημαντική παρέμβαση στη στεγαστική πολιτική, όμως δεν πρέπει να συγχέεται με μια ολοκληρωμένη δημογραφική στρατηγική. Η αγορά κατοικίας παραμένει εξαιρετικά δύσκολη για ένα μεγάλο μέρος των νέων, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου τα ενοίκια έχουν καταστεί δυσανάλογα υψηλά σε σχέση με τους μισθούς.

Το δημογραφικό δεν λύνεται μόνο με επιδόματα

Υπάρχει και μια βαθύτερη αντίφαση. Η κυβέρνηση παρουσιάζει την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος ως βασικό εργαλείο αντιμετώπισης του δημογραφικού. Και πράγματι, οι καλύτεροι μισθοί και η χαμηλότερη φορολογία μπορούν να βοηθήσουν.

Όμως η απόφαση για τη δημιουργία οικογένειας δεν εξαρτάται μόνο από το καθαρό εισόδημα. Εξαρτάται από τη σταθερότητα της εργασίας, την πρόσβαση σε κατοικία, τον χρόνο που μπορούν να αφιερώσουν οι γονείς στα παιδιά, το κόστος της φροντίδας και το κατά πόσο η μητρότητα εξακολουθεί να συνεπάγεται επαγγελματικό κόστος για τις γυναίκες.

Και κυρίως, χρειάζεται ένα κράτος που να μειώνει το καθημερινό ρίσκο της οικογένειας και όχι απλώς να επιδοτεί ένα μέρος του κόστους της.

Το δημογραφικό χρειάζεται σχέδιο δεκαετιών

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει δίκιο σε ένα κρίσιμο σημείο: ακόμη και μια απότομη αύξηση των γεννήσεων σήμερα δεν θα άλλαζε άμεσα την παραγωγική βάση της χώρας. Η ίδια η κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι οι δημογραφικές αλλαγές χρειάζονται δεκαετίες για να αποδώσουν. Παράλληλα, η γήρανση του πληθυσμού δημιουργεί άμεσες πιέσεις σε υγεία, συντάξεις και φροντίδα ηλικιωμένων.

Ακριβώς γι’ αυτό, όμως, το δημογραφικό δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα ακόμη κεφάλαιο των εξαγγελιών της ΔΕΘ.

Οι φορολογικές ελαφρύνσεις για τρίτεκνους, η αύξηση των επιδομάτων και ο «Κουμπαράς» είναι θετικά μέτρα. Δεν συνιστούν όμως από μόνα τους δημογραφική στρατηγική.

Αν η κυβέρνηση θέλει πραγματικά να ανακόψει τη δημογραφική συρρίκνωση, χρειάζεται ένα πολυετές σχέδιο με σαφείς στόχους: φθηνή και διαθέσιμη κατοικία για νέες οικογένειες, καθολική πρόσβαση σε βρεφονηπιακή φροντίδα, ουσιαστική στήριξη των εργαζόμενων γονέων, προστασία της μητρότητας στην εργασία, καλύτερους μισθούς και επιστροφή των νέων που έφυγαν στο εξωτερικό.

Γιατί τελικά το ερώτημα δεν είναι πόσα χρήματα θα πάρει μια οικογένεια αφού αποκτήσει παιδιά. Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί ένας νέος άνθρωπος σήμερα να αισθανθεί αρκετά ασφαλής ώστε να αποφασίσει να τα αποκτήσει.

Και σε αυτό το ερώτημα, οι εξαγγελίες της ΔΕΘ αφήνουν ακόμη ένα σημαντικό κενό.