
Οι νέοι κάνουν λιγότερα παιδιά, ακόμη και όταν δηλώνουν ότι θέλουν περισσότερα…
Η μείωση των γεννήσεων είναι πλέον μια παγκόσμια πραγματικότητα και εξελίσσεται πιο γρήγορα απ’ ό,τι περίμεναν οι ειδικοί. Σήμερα, περίπου τα 2/3 του παγκόσμιου πληθυσμού ζουν σε χώρες όπου οι γεννήσεις έχουν πέσει κάτω από το λεγόμενο «ποσοστό αναπλήρωσης», δηλαδή τα 2,1 παιδιά ανά γυναίκα που χρειάζονται για να παραμένει σταθερός ο πληθυσμός.
Ακόμη και χώρες με τεράστιο πληθυσμό, όπως η Ινδία και η Κίνα, βλέπουν τις γεννήσεις να μειώνονται σημαντικά. Στην Ινδία ο δείκτης γονιμότητας έχει πέσει στο 1,9 παιδί ανά γυναίκα, ενώ στην Κίνα βρίσκεται περίπου στο 1. Οι γεννήσεις στην Κίνα έχουν μειωθεί σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, παρά την κατάργηση της πολιτικής του ενός παιδιού πριν από δέκα χρόνια.
Μέχρι πρόσφατα, η χαμηλή γεννητικότητα θεωρούνταν κυρίως πρόβλημα των πλούσιων χωρών. Όμως σήμερα το φαινόμενο έχει επεκταθεί πολύ περισσότερο. Χώρες όπως η Αλβανία και η Χιλή καταγράφουν ακόμη χαμηλότερα ποσοστά γεννήσεων από τις Ηνωμένες Πολιτείες ή το Ηνωμένο Βασίλειο.
Υπάρχουν όμως και θετικές πλευρές σε αυτή την αλλαγή. Οι οικογένειες τείνουν να αποκτούν λιγότερα παιδιά όταν γνωρίζουν ότι τα μωρά τους έχουν περισσότερες πιθανότητες να επιβιώσουν και να μεγαλώσουν υγιή. Παράλληλα, η καλύτερη εκπαίδευση των γυναικών, η οικονομική τους ανεξαρτησία και η κοινωνική τους ενδυνάμωση συμβάλλουν στη μείωση των γεννήσεων.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις του ΟΗΕ, ο παγκόσμιος πληθυσμός θα συνεχίσει να αυξάνεται τις επόμενες δεκαετίες και αναμένεται να φτάσει περίπου τα 10,3 δισεκατομμύρια ανθρώπους τη δεκαετία του 2080, πριν αρχίσει να σταθεροποιείται ή και να μειώνεται. Αυτό ενδέχεται να μειώσει τις πιέσεις στους φυσικούς πόρους του πλανήτη.
Παρόλα αυτά, σε αρκετές χώρες η πτώση των γεννήσεων αντιμετωπίζεται ως σοβαρή πρόκληση. Κυβερνήσεις προσπαθούν να ενθαρρύνουν τη δημιουργία οικογένειας μέσω επιδομάτων, παροχών για τη φροντίδα των παιδιών και άλλων κινήτρων. Ωστόσο, τα οικονομικά μέτρα φαίνεται να έχουν μόνο περιορισμένα αποτελέσματα.
Έρευνα του Ταμείου Πληθυσμού των Ηνωμένων Εθνών έδειξε ότι πολλοί άνθρωποι δεν καταφέρνουν να αποκτήσουν τον αριθμό παιδιών που πραγματικά επιθυμούν. Σχεδόν τέσσερις στους 10 δήλωσαν ότι οι οικονομικές δυσκολίες επηρεάζουν τις αποφάσεις τους για την οικογένεια, ενώ αρκετοί εξέφρασαν ανησυχίες για το μέλλον, όπως οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής.
Η στήριξη των οικογενειών με προσιτή στέγαση, ποιοτικές υπηρεσίες φροντίδας παιδιών και πολιτικές φιλικές προς τους γονείς μπορεί να βοηθήσει όσους επιθυμούν να αποκτήσουν περισσότερα παιδιά. Παράλληλα, οι κοινωνίες καλούνται να προσαρμοστούν σε έναν πληθυσμό που γερνάει, με λιγότερους εργαζόμενους να στηρίζουν περισσότερους ηλικιωμένους.
Οι ειδικοί τονίζουν ότι το σημαντικότερο δεν είναι να προσπαθήσουν οι κυβερνήσεις να ανατρέψουν με κάθε τρόπο αυτή την τάση, αλλά να κατανοήσουν πώς αλλάζει ο πληθυσμός τους και να προετοιμαστούν κατάλληλα για το μέλλον. Άλλωστε, το μέγεθος του πληθυσμού από μόνο του δεν καθορίζει την ευημερία μιας χώρας· αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζεται τις αλλαγές που έρχονται.
Πηγή: Guardian



