Σε μια εποχή που όλο και περισσότερα παιδιά αργούν να «ανοίξουν τα φτερά τους», μια ιστορία από την Ιταλία έρχεται να βάλει στο τραπέζι ένα δύσκολο, αλλά πολύ οικείο ερώτημα για κάθε γονιό: μέχρι πού φτάνει η στήριξη και πού ξεκινά η ανάγκη για ανεξαρτησία;
Ένας 31χρονος άνδρας, που ζούσε με τη μητέρα του και εργαζόταν με καθαρό μισθό 1.400 ευρώ, δεν συνεισέφερε καθόλου στα έξοδα του σπιτιού. Όταν εκείνη του ζήτησε να αναλάβει τις ευθύνες του, εκείνος παραιτήθηκε από τη δουλειά του –παρότι είχε σύμβαση αορίστου χρόνου– προκειμένου να συνεχίσει να εξαρτάται οικονομικά από τη μητέρα του. Η κατάσταση έγινε γρήγορα αφόρητη, οδηγώντας τη γυναίκα στη δικαιοσύνη. Το δικαστήριο όχι μόνο τη δικαίωσε, αλλά υποχρέωσε τον γιο να φύγει από το σπίτι και να καταβάλει 3.500 ευρώ για δικαστικά έξοδα.
Η υπόθεση, που απασχόλησε έντονα την ιταλική κοινή γνώμη, δεν είχε μόνο οικονομική διάσταση. Ο 31χρονος δεν βοηθούσε ούτε στις βασικές ανάγκες του σπιτιού, ούτε στους λογαριασμούς, ούτε καν στις δουλειές της καθημερινότητας. Η δικαστής έκρινε ότι, σε αυτή την ηλικία, θεωρείται δεδομένη η δυνατότητα για ανεξάρτητη ζωή, ενώ υπογράμμισε πως η γονική υποχρέωση διατροφής δεν είναι απεριόριστη — σταματά όταν το παιδί μπορεί, αλλά δεν επιλέγει, να σταθεί στα πόδια του.
Σύμφωνα με την απόφαση, ο άνδρας καλείται πλέον να βρει εργασία και να αποχωρήσει από την οικογενειακή εστία έως τις 30 Ιουνίου 2026. Σε διαφορετική περίπτωση, μπορεί να θεωρηθεί ότι χρήζει άλλου είδους υποστήριξης, αλλά όχι οικονομικής εξάρτησης από τη μητέρα του.
Η υπόθεση έφερε ξανά στο προσκήνιο τον όρο «bamboccioni» («μεγάλα μωρά»), που χρησιμοποιείται στην Ιταλία για ενήλικες που παραμένουν στο πατρικό χωρίς να αναλαμβάνουν ευθύνες. Όπως εξηγούν ειδικοί στο οικογενειακό δίκαιο, δεν υπάρχει συγκεκριμένο ηλικιακό όριο για τη διακοπή της οικονομικής στήριξης, αλλά το βασικό κριτήριο είναι η προσπάθεια για αυτονομία. Όταν αυτή απουσιάζει, η στήριξη μπορεί νομικά να σταματήσει.
Το φαινόμενο, βέβαια, δεν περιορίζεται στην Ιταλία. Και στην Ελλάδα, οι νέοι φεύγουν από το πατρικό γύρω στα 30, αρκετά αργότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Τα υψηλά ενοίκια, οι χαμηλοί μισθοί αλλά και οι στενοί οικογενειακοί δεσμοί παίζουν καθοριστικό ρόλο. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat (2024), περίπου το 78% των Ελλήνων ηλικίας 20-29 ετών εξακολουθούν να ζουν με τους γονείς τους.
Την ίδια ώρα, στις σκανδιναβικές χώρες η εικόνα είναι τελείως διαφορετική. Εκεί, η ανεξαρτησία έρχεται πολύ νωρίτερα, με τα περισσότερα παιδιά να φεύγουν από το σπίτι πριν τα 20, ενώ η οικονομική στήριξη των γονιών είναι περιορισμένη και συνήθως στοχευμένη.
Τελικά, η ιστορία αυτή δεν αφορά μόνο μια οικογένεια στην Ιταλία. Είναι μια αφορμή για σκέψη για όλους: πώς μπορούμε να στηρίξουμε τα παιδιά μας χωρίς να τους στερούμε το πιο σημαντικό εφόδιο για τη ζωή τους — την αυτονομία;


