Δημοσιεύθηκε στις | Τελευταία Ενημέρωση
Οι δυσκολίες κατά την εγκυμοσύνη και τα πρώτα χρόνια ζωής ενός παιδιού μπορούν να αφήσουν μόνιμα «σημάδια» στο έντερο, προκαλώντας μακροχρόνια πεπτικά προβλήματα. Τα ευρήματα νέας έρευνας, που δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Gastroenterology, συνδέουν τις πρώιμες δυσμενείς εμπειρίες με αλλαγές στη λειτουργία του εντέρου και του συμπαθητικού νευρικού συστήματος.
Η συναισθηματική παραμέληση, το άγχος κατά την εγκυμοσύνη ή μετά τον τοκετό και άλλες αρνητικές εμπειρίες στα πρώτα χρόνια ζωής διαμορφώνουν τον τρόπο ανάπτυξης του εγκεφάλου και επηρεάζουν τη σύνδεσή του με το έντερο. Οι ερευνητές του Κέντρου Έρευνας Πόνου της Οδοντιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης μελέτησαν πώς η διατάραξη αυτής της επικοινωνίας μπορεί να προκαλέσει σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, κοιλιακό άλγος και προβλήματα κινητικότητας, όπως δυσκοιλιότητα ή διάρροια.
«Όταν ο εγκέφαλος επηρεάζεται, επηρεάζεται και το έντερο. Τα δύο συστήματα επικοινωνούν συνεχώς, 24 ώρες την ημέρα, επτά ημέρες την εβδομάδα», εξηγεί η Κάρα Μαργκόλις, διευθύντρια του Κέντρου Έρευνας για τον Πόνο και καθηγήτρια στη Σχολή Οδοντιατρικής και Ιατρικής του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης.
Πειράματα σε παιδιά
Στα προκλινικά πειράματα, νεογνά ποντίκια που αποχωρίστηκαν για πολλές ώρες από τις μητέρες τους παρουσίασαν αργότερα αυξημένες συμπεριφορές άγχους, κοιλιακό πόνο και διαταραχές κινητικότητας του εντέρου. Οι θηλυκοί οργανισμοί ανέπτυξαν διάρροια, ενώ οι αρσενικοί δυσκοιλιότητα.
Αντίστοιχες παρατηρήσεις επιβεβαιώθηκαν σε μελέτες σε ανθρώπους. Στη Δανία, σε δείγμα άνω των 40.000 παιδιών που παρακολουθήθηκαν έως τα 15 έτη, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι παιδιά μητέρων με μη αντιμετωπισμένη κατάθλιψη κατά την εγκυμοσύνη ή μετά τον τοκετό είχαν μεγαλύτερο κίνδυνο να εμφανίσουν πεπτικά προβλήματα όπως δυσκοιλιότητα, κολικούς, ναυτία, εμετό ή σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου.
Σε μία ακόμη μελέτη στις ΗΠΑ με σχεδόν 12.000 παιδιά, η ανάλυση των δυσμενών εμπειριών της παιδικής ηλικίας –κακοποίηση, παραμέληση, ψυχικές δυσκολίες των γονέων– έδειξε ότι οποιοδήποτε είδος πρώιμου άγχους αύξανε την πιθανότητα εμφάνισης γαστρεντερικών συμπτωμάτων. Σε αντίθεση με τα πειράματα στα ποντίκια, εδώ δεν παρατηρήθηκαν διαφοροποιήσεις μεταξύ αγοριών και κοριτσιών, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι επιπτώσεις είναι ανεξάρτητες από το φύλο.
Μακροπρόθεσμες συνέπειες
Συνολικά, οι μελέτες δείχνουν ότι το άγχος στα πρώτα χρόνια ζωής μπορεί να επηρεάσει τη μακροχρόνια λειτουργία του εντέρου, διαμορφώνοντας την αμφίδρομη επικοινωνία μεταξύ εγκεφάλου και γαστρεντερικού. Η έρευνα υπογραμμίζει τη σημασία της ψυχολογικής στήριξης της μητέρας και της ασφαλούς περιβαλλοντικής φροντίδας των παιδιών, καθώς οι πρώιμες εμπειρίες μπορούν να έχουν συνέπειες που διαρκούν μια ζωή.


